Μνημεία Ι.Μ. Φθιώτιδος
Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Υπάτης
Ο ναός του Αγίου Νικολάου ήταν η παλαιά Μητρόπολη της Υπάτης. Στην ίδια θέση υπήρχε παλαιοχριστιανική βασιλική, στην οποία αποδίδονται τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων που βρέθηκαν κοντά στη νότια πλευρά του. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας βρισκόταν εκεί ο καθεδρικός ναός της μητρόπολης Νέων Πατρών (όπως ήταν η παλαιά ονομασία της Υπάτης). Ο Άγιος Νικόλαος με τη μορφή που έχει και σήμερα, της τρίκλιτης βασιλικής, χτίστηκε το 1806 σε αντικατάσταση της παλαιότερης εκκλησίας. Ανακαινίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά κάηκε κατά το Ολοκαύτωμα της Υπάτης στις 17-06-1944 και επισκευάστηκε στην ίδια μορφή μετά τον Εμφύλιο. Κατά τη δεκαετία του 1990 ο ναός ανακαινίστηκε εκ βάθρων, με προσθήκη νάρθηκα και βόρειας στοάς. Έχει πέτρινους τοίχους και ενιαία στέγη, καλυμμένη με κεραμίδια. Στη βορειοδυτική γωνία του ναού στέκει τετραώροφο πετρόκτιστο καμπαναριό, που ανακατασκευάστηκε με τα ίδια υλικά το 2004, επειδή παρουσίαζε στατικά προβλήματα. Στη βόρεια πλευρά του ναού υπάρχει προστώο στηριγμένο σε κίονες και κτιστούς πεσσούς της δεκαετίας του 1990. Οι κίονες και τα κιονόκρανα του προστώου είναι υλικά σε δεύτερη χρήση. Προέρχονται από την παλαιοχριστιανική βασιλική και μπορούν να χρονολογηθούν στον 5ο – 6ο αιώνα. Στην βορινή πλευρά του ναού ανοίγεται είσοδος προς τον κυρίως ναό. Στην ανατολική όψη του ναού προβάλλει η ημικυκλική αψίδα του Ιερού Βήματος. Ο τοίχος της αψίδας διαμορφώνεται με στενόμακρα τυφλά αψιδώματα, όπως και σε άλλους σύγχρονους ναούς της περιοχής που ελαφρύνουν την αίσθηση του όγκου. Στο πάνω μέρος των αψιδωμάτων έχουν εντοιχιστεί κεραμικά πιάτα, μια διακοσμητική πρακτική που συνηθίζεται από την βυζαντινή εποχή. Στη δυτική πλευρά του ναού υπάρχει εξωνάρθηκας, με μονόριχτη στέγη χαμηλότερη από εκείνη του ναού. Στις παραστάδες της τοξωτής θύρας προς τον κυρίως ναό είναι εντοιχισμένα ανάγλυφα μέλη σε δεύτερη χρήση, με φυτικό και ανθεμικό διάκοσμο, παραστάσεις δικέφαλων αετών και ανάγλυφους σταυρούς. Το ανάγλυφο στην αριστερή παραστάδα επιστέφεται από ανάγλυφη προτομή του Χριστού. Στο δυτικό τμήμα του ναού σχηματίζεται νάρθηκας. Το δάπεδό του είναι υπερυψωμένο σε σχέση με το δάπεδο του κυρίως ναού, ενώ οριοθετείται επιπλέον με χαμηλό ξυλόγλυπτο κιγκλίδωμα. Πάνω από τον νάρθηκα υπάρχει υπερώο για τον γυναικωνίτη. Ο ανακατασκευασμένος ναός είναι μια τρίκλιτη βασιλική με ξύλινη στέγη. Τα κλίτη χωρίζονται από τοξοστοιχίες που στηρίζονται σε κίονες και πεσσούς. Τα κιονόκρανα προέρχονται από την παλαιοχριστιανική βασιλική που βρισκόταν στην ίδια θέση κι έχουν επαναχρησιμοποιηθεί στον ναό του Αγίου Νικολάου. Το μαρμάρινο δάπεδο ανήκει στη σύγχρονη ανακατασκευή. Το ίδιο ισχύει και με το μαρμάρινο τέμπλο του ναού, ενώ ο παλαιότερος ξυλόγλυπτος διάκοσμος, δηλαδή το τέμπλο, ο αρχιερατικός θρόνος, ο άμβωνας και τα αναλόγια, καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του 1944, μαζί με σημαντικά κειμήλια που φυλάσσονταν στον ναό.
Ι. Ν. Αγίου Ιωάννου Θεολόγου (Βελίτσα)
Ο ναός του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου βρίσκεται στην κεντρική αρτηρία του οικισμού της Τιθορέας Φθιώτιδας. Είναι ένας μικρός μονόχωρος, μεταβυζαντινός ναός, με μεγάλη ημικυλινδρική αψίδα στην ανατολική πλευρά. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι με μικρούς αρμολογημένους λίθους και η στέγη καλύπτεται με κεραμίδια. Ο ναός είναι χτισμένος πάνω σε κατάλοιπα κτισμάτων που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές φάσεις, με παλαιότερη αυτή μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αι. μ.Χ., ενώ στους τοίχους του βρίσκουμε ενσωματωμένα μέλη από παλαιότερα μνημεία. Στον βόρειο τοίχο του ναού υπάρχει εντοιχισμένο ένα διακοσμητικό μαρμάρινο μέλος από αρχαίο κτήριο, που έχει τη μορφή ανθεμωτού ακροκέραμου. Στο άνοιγμα του παραθύρου έχουμε καλοπελεκημένους αρμολογημένους λίθους στις ευθείες πλευρές και θολίτες λίθους στο τόξο. Στα δεξιά της εισόδου υπάρχει εντοιχισμένο ένα μαρμάρινο ανάγλυφο με ανθεμωτό κόσμημα και αφιερωματική επιγραφή στο πάνω μέρος του. Η επιγραφή αναπτύσσεται αριστερά και δεξιά από ανάγλυφο σταυρό. Το ανάγλυφο προέρχεται από την παλαιοχριστιανική βασιλική και θεωρείται ότι ήταν τμήμα πεσσίσκου από το φράγμα του Πρεσβυτερίου. Το φράγμα του Πρεσβυτερίου ήταν ένα χαμηλό κιγκλίδωμα που χώριζε τον κυρίως ναό από το Ιερό στις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες, αντίστοιχα με το τέμπλο στους βυζαντινούς και τους πιο πρόσφατους ναούς. Επειδή βρισκόταν κοντά στο Ιερό Βήμα και την Αγία Τράπεζα, θεωρούνταν το κατάλληλο σημείο για αφιερωματικές επιγραφές. Στην επιγραφή διαβάζουμε: +ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΔΙΩΝ Κ ΠΑ[Ν]ΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΑΥΤΩΝ. Είναι δηλαδή μια δέηση των αφιερωτών για την οικογένεια και τα παιδιά τους. Η δυτική πλευρά του δαπέδου του ναού έχει αντικατασταθεί από γυάλινη επιφάνεια, ώστε να παραμένει ορατό το ψηφιδωτό δάπεδο του Ιερού της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, το οποίο είχε αποκαλυφθεί σε παλαιότερη ανασκαφή. Στο ψηφιδωτό απεικονίζονται διάφορα θέματα όπως ρόδακες, άνθη λωτού, ψάρια και πτηνά, γεωμετρικά θέματα, κ.ά., που περιέχονται μέσα σε τετράγωνα και κυκλικά πλαίσια, συνδεδεμένα μεταξύ τους αλυσιδωτά, με τους λεγόμενους «σηρικούς τροχούς». Μετά την καταστροφή της βασιλικής, κτίστηκε ένα βυζαντινό μονόχωρο εκκλησάκι στην ανατολική άκρη της, ενώ ο υπόλοιπος χώρος των ερειπίων χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Ίχνη των βυζαντινών τάφων μπορούμε να δούμε στο σωζόμενο τμήμα του παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού. Ο ναός είναι καμαροσκέπαστος. Η καμάρα ενισχύεται στο κέντρο από τόξο (σφενδόνιο), που στηρίζεται σε χτιστές παραστάδες, τις οποίες βλέπουμε να προβάλλουν από τους πλευρικούς τοίχους. Στη νότια παραστάδα έχει εντοιχιστεί ένα μαρμάρινο στοιχείο με εγχάρακτο σταυρό, το οποίο προέρχεται από προγενέστερο κτίσμα. Από τον τοιχογραφικό διάκοσμο του ναού σώζονται, στον νότιο τοίχο, οι άγιοι Δημήτριος, Αντώνιος, ένας ασκητής και οι Κωνσταντίνος και Ελένη. Στον βόρειο τοίχο, απέναντι από την παράσταση του Αγίου Δημητρίου, σώζεται η τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου. Οι δύο παραστάσεις είναι ομόλογες και συμμετρικές. Οι δύο άγιοι εικονίζονται έφιπποι και λογχοφόροι και ο καθένας τους μεταφέρει στο άλογό του μια μικρότερη μορφή: ο Άγιος Γεώργιος μεταφέρει ένα αγόρι από τη Μυτιλήνη, που είχε βρεθεί αιχμάλωτο στην υπηρεσία των Σαρακηνών στην Κρήτη και σώθηκε με θαυματουργό τρόπο από τον άγιο. Αντιστοίχως, ο Άγιος Δημήτριος μεταφέρει τον επίσκοπο Θενών Κυπριανό, τον οποίο έσωσε από την αιχμαλωσία στους Σλάβους. Πρόκειται για δύο θαυματουργές παρεμβάσεις που ανήκουν στην αγιολογική παράδοση για τα θαύματα των δύο αγίων μετά θάνατον. Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται πιθανότατα στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αι. Ο ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με κτιστό τέμπλο, στο οποίο ανοίγονται η Ωραία Πύλη και μια μικρότερη, βορινή είσοδος που οδηγεί στην Πρόθεση. Στα αριστερά της Ωραίας Πύλης είναι τοποθετημένη εικόνα της Θεοτόκου ένθρονης Βρεφοκρατούσας, με επιγραφή που αναφέρει τη χρονολογία 1830. Στα δεξιά της Ωραίας Πύλης είναι τοποθετημένες η εικόνα του Χριστού ένθρονου ως Μεγάλου Αρχιερέως και η εικόνα του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου. Από τον τοιχογραφικό διάκοσμο του 17ου αι. σώζεται και η παράσταση της Άκρας Ταπείνωσης στην κόγχη της Πρόθεσης, στη βόρεια πλευρά του Ιερού Βήματος. Ο Χριστός απεικονίζεται όρθιος μέσα σε σαρκοφάγο, με κλειστά μάτια και σταυρωμένα χέρια, ενώ πίσω του διακρίνεται ο Σταυρός. Αυτή η συμβολική απεικόνιση της σταυρικής θυσίας συναντάται πολύ συχνά στον χώρο της Πρόθεσης, όπου προετοιμάζονται τα Τίμια Δώρα για τη Θεία Ευχαριστία, και υπογραμμίζει ακριβώς τη σύνδεση ανάμεσα στη θυσία του Χριστού και τη Θεία Ευχαριστία.
Ι. Ν. Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στο Μόδι
Η Μεταμόρφωση του Σωτήρα βρίσκεται έξω από το χωριό Μόδι Φθιώτιδας, στους νότιους πρόποδες του όρους Καλλίδρομο. Ήταν το καθολικό (δηλαδή ο κύριος ναός) μιας ερειπωμένης σήμερα μονής του 16ου αιώνα. Εξωτερικά, η εκκλησία δίνει την εντύπωση σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, αφού στη στέγασή της διαγράφεται με σαφήνεια το σχήμα του σταυρού. Έχει ψηλό δωδεκάπλευρο τρούλλο. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι με λαξευτές πέτρες και η στέγη καλύπτεται με κεραμίδια. Στη δυτική πλευρά έχει νάρθηκα, με την κύρια είσοδο να διαμορφώνεται στον δυτικό τοίχο και μια μικρότερη είσοδο στον νότιο τοίχο. Η κύρια είσοδος στην δυτική πλευρά πλαισιώνεται από κτιστό αψίδωμα (τόξο), κάτι που θυμίζει την διαμόρφωση της εισόδου στον παλαιότερο ναό του Αγίου Γεωργίου Σφάκας. Στις μακριές πλευρές, δηλαδή στον βόρειο και στον νότιο τοίχο του κυρίως ναού, ανοίγεται από ένα δίλοβο παράθυρο. Αριστερά και δεξιά του παραθύρου, έχουν τοποθετηθεί διακοσμητικοί σταυροί που σχηματίζονται από μεγάλους καλά λαξευμένους ορθογώνιους λίθους. Είναι ένα χαρακτηριστικό που μιμείται υστεροβυζαντινή τοιχοποιία, όπως στον ναό του Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις στον Έξαρχο Φθιώτιδας. Στον ανατολικό τοίχο, πάνω από την κύρια αψίδα του Ιερού Βήματος και κάτω από την στέγη, είναι εντοιχισμένη μια λίθινη επιγραφή, που πλαισιώνεται από κεραμικά στοιχεία. Η επιγραφή αναφέρει το έτος κατασκευής του ναού:ΕΤ[ους] ζοθ (7079) Ε/ΚΤΗΣΘΗ / Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ Σ[ωτη]ΡΟΣ / ΤΟ ΣΤ[αυ]ΡΟΠΗΓΙΟΝΣύμφωνα με το βυζαντινό σύστημα, οι χρονολογίες μετριούνταν από κτίσεως κόσμου, που τοποθετούνταν στο έτος 5508 π.Χ. Έτσι, από τη χρονολογία 7079, αν αφαιρέσουμε το 5508, προκύπτει το έτος 1571. Επίσης η επιγραφή αναφέρει ότι η μονή ήταν σταυροπηγιακή, δηλαδή υπαγόταν απευθείας στο Πατριαρχείο και όχι στην τοπική Μητρόπολη. Στον νότιο τοίχο του νάρθηκα ανοίγεται ένα στενό παράθυρο. Πάνω από αυτό είναι εντοιχισμένη πέτρα με ανάγλυφη επιγραφή που αναφέρει την χρονολογία 1581, δηλαδή δέκα χρόνια αργότερα από την ανέγερση του ναού, χωρίς να ακολουθεί το σύστημα χρονολόγησης από κτίσεως κόσμου:αφπα΄ [1581] ΠΑΝΑΓΗΑ ΘΕΟΤΟΚΕ / ΣΚΕΠΕ ΦΡΟΥΡΙ / ΦΥΛΑΤΕ ΤΟΥΣ / ΕΒΡΗΣΚΟΜΕ / ΝΟΥΣ ΜΟΝΑ / ΧΟΥΣ ΕΝ ΤΗ / ΑΓΙΑ ΜΕΤΑ[μορφώσει του Σωτήρος] Είναι πιθανό ότι αυτή η επιγραφή παραδίδει τη χρονολογία κατασκευής του νάρθηκα, που προστέθηκε εκ των υστέρων στον κυρίως ναό. Οι οροφές του νάρθηκα είναι θολωτές, αλλά η διάταξή τους είναι διαφορετική στο εσωτερικό σε σχέση με το πώς φαίνονται οι στέγες του απ’ έξω. Το ότι ο νάρθηκας προστέθηκε εκ των υστέρων φαίνεται και από την τροποποίηση του παραθύρου που βρισκόταν πάνω από την αρχική είσοδο του κυρίως ναού, που ήταν αρχικά ένα δίλοβο παράθυρο με έναν μικρό πεσσό ανάμεσα στα δύο τόξα. Στο εσωτερικό του ναού σχηματίζονται κόγχες στα βόρεια και νότια που δεν διακρίνονται από έξω. Έτσι το εσωτερικό του ναού δίνει την εικόνα ενός τρίκογχου (δηλαδή με τρεις κόγχες, τη βόρεια, τη νότια και εκείνη του ιερού). Αλλά καθώς ο χώρος δεν διαιρείται με κιονοστοιχίες ή πεσσούς, κυριαρχεί η αίσθηση ενός ενιαίου χώρου, στον οποίο δεσπόζει ο τρούλος. Παλαιότερα ο ναός ήταν επιχρισμένος μέσα και έξω, αλλά τα επιχρίσματα αφαιρέθηκαν. Ακόμα και στο εσωτερικό, οι περισσότεροι τοίχοι αποκαλύπτουν την τοιχοδομία, όπου σώζονται ελάχιστες τοιχογραφίες. Το τέμπλο που χωρίζει τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα είναι κτιστό και έχει δυο θύρες προς το Βήμα, την Ωραία Πύλη και μια μικρότερη θύρα στα αριστερά (βόρεια). Στα αριστερά της βορινής θύρας, στην τοιχογραφία με το φυτικό κόσμημα μέσα σε οβάλ πλαίσιο, υπάρχει επιγραφή που αναφέρει την χρονολογία 1851, κατά την οποία προφανώς ολοκληρώθηκε το τέμπλο. Οι τοιχογραφίες που κοσμούν το τέμπλο μπορούν να τοποθετηθούν από το δεύτερο μισό του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στο Ιερό Βήμα διασώζονται ίχνη από τις παλαιότερες τοιχογραφίες του ναού, αλλά σε πολύ κακή κατάσταση διατήρησης. Μπορούμε να διακρίνουμε τη μορφή της Θεοτόκου Πλατυτέρας στην κόγχη της αψίδας, και τις μορφές των συλλειτουργούντων ιεραρχών στους τοίχους της αψίδας.
Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου Σφάκας
Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στον δρόμο Αταλάντης-Λειβαδιάς κοντά στο χωριό Σφάκα. Πιθανότατα πρόκειται για καθολικό μονής που δεν διασώζεται σήμερα. Έχει μακρόστενο σχήμα και είναι κατασκευασμένος σε τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται μεταξύ του 13ου και 16ου αιώνα. Ο κυρίως ναός καλύπτεται με καμάρα, πάνω στην οποία υψώνεται άλλη εγκάρσια καμάρα στο μέσον του μήκους. Λόγω του χαρακτηριστικού αυτού, ο τύπος του ναού ονομάζεται σταυρεπίστεγος. Η αψίδα του ιερού είναι ημικυκλική. Έχει δύο εισόδους στη νότια μακριά πλευρά του ναού. Η νότια πλευρά περιβάλλεται από ερειπωμένη στοά, που είναι προγενέστερη από τον κυρίως ναό και κατασκευασμένη με πελεκητούς ογκόλιθους και λεπτά τούβλα. Χάρη σε αυτήν την τοιχοδομία, μπορεί να χρονολογηθεί στον 13ο αιώνα. Προφανώς λοιπόν ο σωζόμενος ναός αντικατέστησε έναν παλαιότερο, με άγνωστη αφιέρωση.Αρκετά χρόνια πριν είχε στέγη από μπετόν και σοβατισμένους τους εξωτερικούς τοίχους. Οι παρεμβάσεις αυτές διακρίνονται ακόμα σε κάποια σημεία του εσωτερικού και του εξωτερικού, αλλά τα τελευταία χρόνια αναστηλώθηκε με πολλή προσοχή και σήμερα είναι σε καλή κατάσταση. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας, που είναι και αυτός παλαιότερος από τον κυρίως ναό. Είναι επίσης σταυρεπίστεγος και μπορεί να χρονολογηθεί στον 13ο αιώνα. Η είσοδος πλαισιώνεται από διακοσμητικό αψίδωμα (κτιστό τόξο) από πωρόλιθους. Κάτω από το αψίδωμα, που προεξέχει σημαντικά, υπάρχει ωραίο τρίλοβο παράθυρο (δηλαδή με τρία μικρά τόξα), χαρακτηριστικό του 13ου αιώνα, δηλαδή της εποχής του νάρθηκα. Τα μικρά τόξα του τρίλοβου παραθύρου στηρίζονται σε κιονίσκους από πωρόλιθο και είναι κατασκευασμένα με τούβλα. Κάτω από το παράθυρο υπάρχει κόγχη με αφιερωματική παράσταση, δηλαδή μια τοιχογραφία όπου απεικονίζεται η προσφορά του ναού προς τον Άγιο Γεώργιο. Το μονολιθικό υπέρθυρο της εισόδου είναι ένας λίθος σε δεύτερη χρήση, που προέρχεται από προηγούμενο στην τοποθεσία κτίσμα. Στο κεντρικό τμήμα του κυρίως ναού, στη θέση που συνήθως υψώνεται τρούλος σε άλλους τύπους ναών, υψώνεται εγκάρσια καμάρα, δηλαδή κάθετη προς τον κύριο άξονα του ναού, αντίστοιχη με εκείνη που στεγάζει τον νάρθηκα. Αυτή η εγκάρσια καμάρα υψώνεται ψηλότερα, έτσι ώστε στη στέγη σχηματίζεται με σαφήνεια το σχήμα του σταυρού, γι’ αυτό και ο τύπος αυτός του ναού ονομάζεται σταυρεπίστεγος. Πρόκειται για έναν τύπο που διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο ήδη από τον 13ο αιώνα και μετά, περίοδο στην οποία χρονολογείται και ο νάρθηκας. Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το ιερό με κτιστό τέμπλο. Σώζεται ένα μέρος των τοιχογραφιών που κοσμούσαν τον ναό, αλλά διατηρούνται σε άσχημη κατάσταση. Σε μισοκατεστραμμένη επιγραφή στο τέμπλο αναφέρεται η χρονολογία ανακαίνισης και αγιογράφησης του ναού, που τοποθετείται μεταξύ 1562 και 1571, δηλαδή στην μεταβυζαντινή περίοδο, στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας.Όμως στον ναό διακρίνεται και μια δεύτερη φάση αγιογράφησης, που χρονολογείται στον 18ο αιώνα. Αυτήν τη φάση, που είναι και πιο λαϊκότροπη, μπορούμε να την δούμε κυρίως στις τοιχογραφίες του βόρειου τοίχου, όπου βλέπουμε τις παραστάσεις της Δευτέρας Παρουσίας με την απεικόνιση των τιμωριών των αμαρτωλών στην Κόλαση. Τα θέματα αυτά απέκτησαν μεγάλη διάδοση στους μεταβυζαντινούς κυρίως αιώνες, καθώς μέσα από αυτά εκφράζονταν αγωνίες και προσδοκίες πολιτικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Η δημοτικότητα των σκηνών της Τελικής Κρίσης, των ατομικών ποινών και βασανιστηρίων των αμαρτωλών ήταν μεγάλη στο πλαίσιο της λαϊκής ευσέβειας των παραδοσιακών κοινωνιών, καθώς μέσα από αυτές προβάλλονταν οι λαϊκές αντιλήψεις και προκαταλήψεις για το κακό, την αμαρτία και τις κοινωνικές εντάσεις της περιόδου. [Ιστορ]ιθ[η][ο θει]ως κ[αι] παν-σεπτως ναός του αγί[ου] και εν-δόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίουτου τροπαιοφόρ[ου] δια συ[ν]δρομής κόπου τε και εξόδου Ιωάννου ιερέωςΛαυρεντίου μοναχού Παύλ[ου] ΚαλογιάννηΓεωργίου Ρόκη, Γγικα Κατάκαλου, Αγγέλω Ραντοβάνη, Δήμα ΞανθοπούλωΚύρο Ραντοβάνενα όπου εσύνα- ξε την έξοδο. Μνήσθητι Κύριετης ψυχής του δούλου σου Γεωργίουαυτής Κιοπάν……Μπρατιλάτο ΔήμαΓεωργίου Καλογιάννη, Σιδερή ΚαλογιάννηΝικολάου Κοπάνη Γεωργίου ΠολίτηΜπρατικ………..Κύριε τας ψ[υχάς}Αυτάς που…….Εν έτει ζο{…..}Μηνί Ιουνίω ζΤο "ζ" είναι αριθμός που αναφέρεται στο έτος επτά χιλιάδες εβδομήντα, και ακολουθούνταν από ένα ακόμα γράμμα που δεν διακρίνεται, αλλά θα συμπλήρωνε την χρονολογία. Η επιγραφή ακολουθεί τον βυζαντινό τρόπο χρονολόγησης, που μετρούσε τον χρόνο από κτίσεως κόσμου, την οποία οι βυζαντινοί την τοποθετούσαν στο 5508 πριν από τη γέννηση του Χριστού. Συνεπώς η μη διακρινόμενη χρονολογία αγιογράφησης, και πιθανότατα της γενικότερης ανακαίνισης του κυρίως ναού, τοποθετείται στο διάστημα μεταξύ 7070-7079 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή ανάμεσα στο 1562 και 1571. Αναφέρεται μάλιστα και η επτά Ιουνίου ως μέρα ολοκλήρωσης του έργου. Στην περίοδο αυτή του 16ου αιώνα χρονολογούνται πράγματι οι παλαιότερες τοιχογραφίες που σώζονται στον ναό, που μπορούμε να τις δούμε κυρίως στην κόγχη του ιερού και την Πρόθεση, δηλαδή τον βοηθητικό χώρο στα βόρεια του ιερού.
Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη Κυνηγού
Το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Κυνηγού) βρίσκεται σε δασώδη περιοχή της Αμφίκλειας, κοντά στην Περδικόβρυση. Είναι ένας μικρός ναός, με αντηρίδα (δηλ. χτιστή κατασκευή που στηρίζει τον τοίχο) στη βορειοανατολική γωνία και με δίρριχτη στέγη, η οποία έχει ανακατασκευαστεί πρόσφατα από μπετόν. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ναός είχε χτιστεί το 1455. Στη σημερινή του μορφή όμως χρονολογείται στον 18ο αιώνα, σύμφωνα με επιγραφή στο τέμπλο. Σήμερα ανήκει στην Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου Δαδίου (Παναγία Γαυριώτισσα). Είναι μετόχι της, δηλαδή ανήκει στη μονή, αλλά βρίσκεται έξω από την περιοχή της. Εσωτερικά ο ναός είναι μονόχωρος και κατάγραφος με τοιχογραφίες του 18ου αιώνα. Η οροφή του σχηματίζει χαμηλό τρούλο, χωρίς κυλινδρικό τύμπανο. Στο κεντρικό μετάλλιο εικονίζεται ο Παντοκράτορας, καθώς ο τρούλος στις εκκλησίες συμβολίζει τον ουρανό. Το μετάλλιο του Παντοκράτορα περιβάλλεται από δύο ομόκεντρους κύκλους. Στον πρώτο εικονίζεται πομπή αγγέλων με αυτοκρατορικά ενδύματα και με επικεφαλής (προεξάρχουσα) την Παναγία. Στην επόμενη κυκλική ζώνη εικονίζονται οι Προφήτες, κρατώντας ο καθένας ειλητάριο και με τα πρόσωπα στραμμένα προς τον Παντοκράτορα. Στην ανατολική πλευρά του τρούλου, πάνω από το τέμπλο, διακόπτεται η παράσταση των Προφητών και μεσολαβεί η παράσταση της Σταύρωσης, σε μια αρκετά πρωτότυπη διάταξη. Αντί για την γνωστή μας σκηνή, εικονίζεται ένας περίτεχνος Τίμιος Σταυρός, που θυμίζει έργο ξυλογλυπτικής ή μεταλλοτεχνίας. Στο κέντρο του εικονίζεται ο σταυρωμένος Χριστός και στις απολήξεις τα τέσσερα σύμβολα των Ευαγγελιστών: επάνω ο αετός (για τον Ιωάννη), στα δεξιά ως προς τον θεατή ο άγγελος (Ματθαίος), στα αριστερά ο λέων (Μάρκος) και κάτω το βόδι (Λουκάς). Ο Τίμιος Σταυρός πλαισιώνεται από τα «λυπηρά», δηλαδή παραστάσεις της Παναγίας (στα αριστερά) και του Ευαγγελιστή Ιωάννη (στα δεξιά) μέσα σε περίτεχνα πλαίσια, που αναπαριστούν κι αυτά έργο ξυλογλυπτικής. Η βάση του Σταυρού είναι καρφωμένη πάνω σε δράκοντα, συμβολίζοντας τον απόλυτο θρίαμβο επί του θανάτου και της αμαρτίας μέσω της Σταύρωσης και της Ανάστασης. Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με κτιστό αγιογραφημένο τέμπλο, στο οποίο ανοίγονται δύο θύρες: η Ωραία Πύλη, που είναι η κεντρική θύρα, και μια μικρότερη στα αριστερά, προς την Πρόθεση. Δεξιά και αριστερά της Ωραίας Πύλης εικονίζονται ένθρονοι ο Χριστός και η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα. Πάνω από την Ωραία Πύλη εικονίζεται το Ιερό Μανδήλιο. Σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση, το Ιερό Μανδήλιο ήταν μια εικόνα του προσώπου του Χριστού που αποτυπώθηκε με θαυματουργό τρόπο πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα, και δεν είχε ζωγραφιστεί από ανθρώπινα χέρια (αχειροποίητη εικόνα). Στα δεξιά του Χριστού εικονίζεται ο Πρόδρομος με φτερά αρχαγγέλου, κάτι που βλέπουμε συχνά στην ορθόδοξη αγιογραφία, καθώς τονίζει τον ρόλο του ως αγγελιοφόρου της έλευσης του Χριστού-Μεσσία. Πάνω από αυτές τις παραστάσεις βλέπουμε μια σειρά από εννέα μετάλλια με προτομές μαρτύρων. Στον τοίχο του τέμπλου, κάτω από την παράσταση της Παναγίας, υπάρχει επιγραφή που αναφέρει την ημερομηνία 21 Ιουνίου 1756, οπότε ολοκληρώθηκε η ανέγερση και η αγιογράφηση του ναού όπως τον βλέπουμε σήμερα:ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΚΕ ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΤΑΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΝΑΔΙΟΥ [Γενναδίου] ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ αψνς΄ [1756] ΙΟΥΝΙΟΥ κα΄ [21].Το Ιερό Βήμα ήταν επίσης κατάγραφο, αλλά οι τοιχογραφίες του σώζονται αποσπασματικά μόνο στην αψίδα και στη νότια πλευρά. Διακρίνεται η Θεοτόκος Πλατυτέρα στην κόγχη της αψίδας και οι συλλειτουργούντες ιεράρχες στους τοίχους. Η μικρή εσοχή στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας είναι η Πρόθεση, όπου γίνεται η προετοιμασία των Τιμίων Δώρων. Αρκετές δεκαετίες πριν, ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Σιμόπουλος διέκρινε τοιχογραφία ειληταρίου, όπου καταγράφονταν τα ονόματα δεκαέξι μοναχών, που μαρτυρούσαν ότι το εκκλησάκι ανήκε σε ανδρική μονή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εκείνο το μοναστήρι πιστεύεται ότι διαλύθηκε με το διάταγμα του Όθωνα το 1833, το οποίο διέτασσε τη διάλυση των πολύ μικρών μονών, με λιγότερους από έξι μοναχούς ή μοναχές, και την κρατικοποίηση της περιουσίας τους.
Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου στο Μαυρίλο
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι ο ενοριακός ναός του χωριού Μαυρίλο. Βρίσκεται στη νότια πλευρά της ευρύχωρης κεντρικής πλατείας του χωριού και είναι κατασκευασμένος το 1728. Είναι μια βασιλική με πέτρινους τοίχους και ξύλινη, κεραμοσκέπαστη τετράρριχτη στέγη. Κατά μήκος των μακρών πλευρών υπάρχουν στέγαστρα που καλύπτονται από κεραμοσκεπές, σε προέκταση της στέγης του ναού, και στηρίζονται σε μεγάλους πεσσούς από μπετόν. Ο δυτικός τοίχος ανασκευάστηκε το 1853, ενώ το τετραώροφο πετρόκτιστο καμπαναριό προστέθηκε το 1963. Η είσοδος στον νάρθηκα βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του ναού. Το δάπεδο του νάρθηκα είναι υπερυψωμένο σε σχέση με το δάπεδο του κυρίως ναού και χωρίζεται από αυτόν από έναν τοίχο με ξύλινο σκελετό. Επάνω από τον νάρθηκα υπάρχει γυναικωνίτης, και γι’ αυτό η οροφή του νάρθηκα βρίσκεται αρκετά χαμηλά. Μια ξύλινη σκάλα στον νάρθηκα δίνει πρόσβαση στον γυναικωνίτη. Ο κυρίως ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη, χάρη σε δύο σειρές ξύλινων κιόνων που επιστέφονται με κιονόκρανα και στηρίζουν διαδοχικά ελλειψοειδή τόξα. Ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος του ναού είναι εξαιρετικής αισθητικής και παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο άμβωνας στα αριστερά, το προσκυνητάρι και ο δεσποτικός θρόνος στα δεξιά, ο χορός που είναι αναρτημένος από το κεντρικό μετάλλιο της οροφής και περιβάλλει τον πολυέλαιο, καθώς και το εντυπωσιακό επιχρυσωμένο τέμπλο «ετελειώθησαν», σύμφωνα με επιγραφή, το 1735 από τον ιερέα Κωνσταντίνο, που εργάστηκε και στην αγιογράφηση του ναού. Η οροφή του κυρίως ναού είναι επίπεδη, ξύλινη και χρωματισμένη. Είναι ταμπλαδωτή, δηλαδή αρθρώνεται σε ορθογώνια διάχωρα με διακοσμητικά πηχάκια. Στο κέντρο της οροφής του Ιερού Βήματος και πάνω στον άξονα συμμετρίας ανατολής-δύσης, διαγράφεται τετράγωνο ξύλινο διάχωρο γαλαζοπράσινου χρώματος, στο οποίο εγγράφεται μετάλλιο με παράσταση του Παντοκράτορα, παραπέμποντας με τον τρόπο αυτό στον συμβολισμό του θόλου που αντιπροσωπεύει ο τρούλος σε τρουλαίους ναούς. Ο ναός είναι κατάγραφος, με εξαιρετικές αγιογραφίες του 18ου αιώνα. Εκτός από τους τοίχους, αγιογραφημένο είναι και το ξύλινο στηθαίο του γυναικωνίτη. Στη νότια προέκταση της δυτικής πλευράς ανοίγεται θύρα προς το νότιο στέγαστρο. Αντίστοιχη θύρα υπήρχε αρχικά και στον βόρειο τοίχο, αλλά πλέον έχει διαμορφωθεί ως παράθυρο. Στον βόρειο τοίχο εικονίζονται οι οι κτήτορες του ναού, που κρατούν μικρογραφία της εκκλησίας. Η παράσταση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για την επιγραφή της, όσο κι επειδή δείχνει την αρχική του μορφή του ναού όταν πρωτοχτίστηκε, το 1728. Φαίνεται ότι αρχικά η στέγη ήταν δίρριχτη και όχι τετράρριχτη, και ότι τα στέγαστρα στις μακρές πλευρές βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο από την στέγη του ναού, ενώ σήμερα μοιάζουν σαν προέκτασή της. Τα στέγαστρα είχαν ξύλινα στηρίγματα, ενώ το άνοιγμα στον βορινό τοίχο, που σήμερα είναι το παράθυρο στα δεξιά της κτητορικής παράστασης, ήταν αρχικά πόρτα. Η επιγραφή στην παράσταση αναφέρει τα ονόματα των τριών αδελφών που υπήρξαν οι δωρητές του ναού: ΕΤΕΙ ΑΨΚΗ [1728] ΤΑ ΝΗΝ ΟΝΤΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΤΗΤΩΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ. ΔΙ' ΕΞΟΔΟΥ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΗ ΔΥΛΑΔΗ (Ο ΚΥΡ) ΧΡΙΣΤΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΣ, ΙΩ(ΑΝΝΗΣ) ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ ΣΑΚΕΛΑΡΙ(Σ) ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙΠάνω από τη θύρα που ανοίγεται στον νότιο τοίχο υπάρχει μια εκτενέστατη κτητορική επιγραφή που αναφέρει, εκτός από τους δωρητές, και τους αγιογράφους του ναού, ενώ επαναλαμβάνεται και η χρονολογία 1728 και το όνομα του Μητροπολίτη Νέων Πατρών (Υπάτης) Νικηφόρου. Οι δωρητές, τα αδέλφια Χρήστος, Ιωάννης και Αλεξανδρής, αναφέρονται ως «μυλωνόπουλα», στοιχείο που συνδέει την ιστορία του ναού του Αγίου Δημητρίου με την ιστορία των μπαρουτόμυλων, για τους οποίους ήταν περίφημος ο τόπος μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Ειδικότερα, η επιγραφή αναφέρει: ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΚΑΙ ΑΝΕΣΤΟΡΙΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ Κ[ΑΙ] ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑ/ΛΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΝ ΠΡΟΕΣΤΟΤΟΝ ΑΡ/ΧΩΝΤΟΝ ΤΟΝ ΥΠΟΚΑΤΟΘΕΝ ΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΝ ΚΤΥΤΟΡΟΝ ΤΑ ΝΗΝ ΤΑ Τ[ΗΣ] ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΙΕΞΟΔΩΝ Κ[ΑΙ] ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΑΓΑΠΗΝ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ. / ΕΣΤΙΝ ΟΥΤΟΙ ΝΕΟΙ ΚΤΗΤΩΡΕΣ Ο ΚΥΡ ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩ[ΑΝΝΗ] ΙΕΡΕΥΣ Κ[ΑΙ] ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΤΑ ΜΗΛΟΝΟΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ / ΚΟΠΙΟΝ[ΤΑΣ] ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΟΛΗΝ ΤΟ Κ[ΟΙ]ΝΟΝ Τ[ΗΣ] ΧΩΡΑΣ ΕΙΣ ΕΤΕΡΟΥΣ ΚΑΛΟΠΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΕΣΤΟ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΥΤΩΝ ΕΩΝΙΟΣ. / ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΕΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑ ΚΥΡ ΝΙΚΗΦΩΡΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝΤΟΣ Ο ΚΥΡ ΖΟΓΡΑΦΟΣ / ΣΗΝ ΤΟ ΥΙΟ ΙΩ[ΑΝΝΗ] γεν ..δυμο Τριαχοντόπουλου Ιερατεύοντος Ιωάννου Ιερεμονάχου / Ιωάννης Ιερεύς Μανουήλ Κρίος Ιερατεύοντος εν Ιερομονάχοις Παπαϊωακείμ ιερεύς Μανουήλ ιερεύς / Ετελιόθι το καλόν έργον έτει 1728 νοεμβρίου 9 δια χειρός Κωνσταντίνου Ιερέος και Μηχάλη ΑναγνώστουΑνάμεσα στις μορφές των αγίων που εμφανίζονται στον κατάγραφο ναό, απαντά και ο άγιος Απόστολος ο Νέος, που τον βλέπουμε στα αριστερά της μορφής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που πλαισιώνει την θύρα και την κτητορική επιγραφή. Ο Απόστολος ήταν νεομάρτυρας και μαρτύρησε πολύ νέος, σε ηλικία δεκαεννέα χρονών, στην Κωνσταντινούπολη, στα τέλη του 17ου αιώνα. Καθώς το μαρτύριό του ήταν ακόμα πρόσφατο την εποχή της ανέγερσης και της αγιογράφησης του ναού, οπότε η τιμή που αποδιδόταν σε αυτόν και η εικονογραφία του δεν θα είχαν διαδοθεί ακόμα ιδιαίτερα, η παράστασή του συνοδεύεται από αναλυτική επιγραφή, μικρογράμματη, που αναφέρει με λεπτομέρειες την ιστορία του: ηπηρχε η εκ της επαρχίας του αγίου διμητριάδος ο επίκλην Γόλος [δηλ. Βόλος] εκ χώρας [Δημη]τριάδος άγιον Λαυρέντιον ονομαζόμενον και εμαρτύρησεν εις Κωνσταντινούπολιν επή έτει 1692 Αυγούστου εις 16 η μνήμη αυτού και ήταν κασαπογλάνην αμάθη[τον] [σημ.: ενν. μαθητευόμενος σε χασάπικο] αν ερευνά κανίς η δε άγια του ευχή ειη μεθ υμών αμήν..... μνήσθητι Άγιε καμου του αναξίου ηστοριογραφίσανε δούλος της αγιοσίνη σου Κωνσταντίνου… Πρόκειται για μια από τις πρωιμότερες, αν όχι την πρωιμότερη, σωζόμενη παράσταση του συγκεκριμένου νεομάρτυρα, που η μνήμη του τιμάται, όπως αναφέρει και η επιγραφή, στις 16 Αυγούστου. Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το ιερό με επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, που ποικίλλεται επιπλέον από πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο. Στην επιγραφή του τέμπλου διαβάζουμε: ΕΤΕΛΙΟΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΦΕΔΡΟΝ ΕΡΓΟΝ ΗΓΟΥΝ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΤΕΜΠΛΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΛΗΜΟΝΟΣ ΙΕΡΕΩΣ ετει Χριστού ΑΨΛΕ (1735). Ο Κωνσταντίνος αναφέρεται, όπως είδαμε, και ως αγιογράφος του ναού, ενώ η χρονολογία δείχνει ότι ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος ολοκληρώθηκε λίγα χρόνια μετά την ανέγερση και την αγιογράφηση του ναού. Ο τιμώμενος άγιος αναπαριστάται στον βόρειο τοίχο του ναού, αλλά όχι στον συνηθέστερο εικονογραφικό του τύπο δηλαδή έφιππος. Εδώ έχει χρησιμοποιηθεί ένας εικονογραφικός τύπος που απαντά σπανιότερα, με τον άγιο ένθρονο. Η στρατιωτική του ιδιότητα παραμένει ωστόσο προφανής, καθώς εικονίζεται με ρωμαϊκό φολιδωτό θώρακα, κρατώντας δόρυ στο δεξί του χέρι και τόξο με βέλη στο αριστερό.
Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Πάππα
Ο ναός του Αγίου Νικολάου είναι η ενοριακή εκκλησία του χωριού Πάπα, στα όρια της Φθιώτιδας με τον νομό Καρδίτσας. Πρόκειται για μια τρίκλιτη βασιλική με πέτρινους τοίχους, που περιβάλλεται από ανοικτές στοές (χαγιάτια), στηριγμένες σε ξύλινο σκελετό, στη δυτική και τη βόρεια πλευρά. Η στέγη του ναού και των χαγιατιών είναι ενιαία, καλυμμένη με κεραμίδια. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας πλευράς του ναού και σε επαφή με αυτόν βρίσκεται μικρό μονόχωρο παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Πολύκαρπο, στη βόρεια πλευρά του οποίου εφάπτεται νεωτερικό πέτρινο διώροφο κωδωνοστάσιο. Οι εξωτερικοί τοίχοι του ναού κάτω από το χαγιάτι στη βόρεια και στη δυτική πλευρά ήταν αγιογραφημένοι. Οι τοιχογραφίες είναι καλυμμένες σε μεγάλο βαθμό από γάζες για λόγους συντήρησης. Ωστόσο διακρίνονται χαράγματα και συνθήματα που έχουν συνδεθεί, μεταξύ άλλων, με τους αγωνιστές του 1821. Ο ναός έχει μια είσοδο στη βόρεια πλευρά κι άλλη μια θύρα στη δυτική. Στα αριστερά της βόρειας εισόδου του ναού διακρίνονται ίχνη του τοιχογραφικού διακόσμου. Στη σύνθεση απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη ανάμεσα στους Αρχαγγέλους, ενώ περιστοιχίζονται από πλήθος αγίων και μαρτύρων. Πρόκειται ίσως για τοιχογραφική απόδοση του θέματος της Συνάξεως της Θεοτόκου. Επάνω από την είσοδο εικονίζεται σε κόγχη ο άγιος στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός, ο Άγιος Νικόλαος. Το εσωτερικό του ναού χωρίζεται σε τρία κλίτη με ξύλινους πεσσούς και ξυλόγλυπτα τόξα οθωμανικού τύπου. Έχει γυναικωνίτη που χωρίζεται από τον υπόλοιπο ναό με ξύλινο φράγμα. Ο ναός καλύπτεται με επίπεδη ξύλινη οροφή, που είναι ταμπλαδωτή, δηλαδή αρθρώνεται σε ορθογώνια διάχωρα με διακοσμητικά πηχάκια. Οι επιφάνειες των ξύλινων κιόνων, τα μέτωπα των κιονοστοιχιών και οι ξύλινες οροφές φέρουν πολύχρωμη γεωμετρική και φυτική διακόσμηση. Πάνω από την είσοδο υπάρχει η κτητορική επιγραφή του ναού, που όμως σήμερα είναι καλυμμένη με τις γάζες των συντηρητών και δεν διαβάζεται. Το κείμενο της επιγραφής έχει καταγραφεί παλαιότερα:ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΗΣΤΟΡΙΘΗ Ο ΘΗΟΣ ΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΑΓΙΕ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΗΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΔΙΑ ΣΙΝΔΡΟΜΗΣ ΚΕ ΕΞΟΔΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΒΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ...... ΗΑΚΟΒΟΥ ΚΕΠΗΤΡΟΠΕΒΟΝΤΟΣ ΚΕ ΙΕΡΑΤΕΒΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΙΩΩΑΝΝΗ ειερέος ετος 1790 αντωνηου ειερέος.Το εσωτερικό του ναού είναι κατάγραφο, αλλά μεγάλο μέρος του τοιχογραφικού διακόσμου δεν διακρίνεται λόγω παρεμβάσεων για λόγους συντήρησης. Μπορούμε να δούμε ότι στην κατώτερη ζώνη των τοίχων εικονίζονται ολόσωμοι μετωπικοί άγιοι και αγίες, ενώ στην αμέσως από πάνω ζώνη εικονίζονται μάρτυρες σε προτομή, μέσα σε μετάλλια που συνδέονται μεταξύ τους με κλαδιά αμπέλου. Το τέμπλο είναι ξύλινο και κοσμείται με εικόνες σύγχρονες της αγιογράφησης του ναού, δηλαδή από τα τέλη του 18ου αιώνα. Μια ένδειξη για τη χρονολόγηση του ζωγραφικού διακόσμου του ναού προσφέρει και η επιγραφή που είχε καταγραφεί δίπλα στο προσκυνητάρι: ΑΨΠΗ [1788] Μήνας Νοέμβριος 3 ἐκ χειρός Γεωργίου. Η κατασκευή και διακόσμηση των ξύλινων τοξοστοιχιών, των οροφών, του τέμπλου και των στασιδιών, ολοκληρώθηκαν το 1788 από το ίδιο συνεργείο. Ομοίως το ίδιο συνεργείο πρέπει να κατασκεύασε μεταξύ του 1788-1790 τον τοιχογραφικό διάκοσμο του κυρίως ναού, του παρεκκλησίου και της στοάς.
Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας, Μελιταίας
Η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 800 μέτρων, στην περιοχή της αρχαίας Μελιταίας, και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μεταβυζαντινά μοναστηριακά συγκροτήματα της Φθιώτιδας. Η ίδρυσή της ανάγεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Από την αρχική φάση του μοναστηριού διατηρείται το καθολικό, ενώ ο περίβολος, τα νεότερα κελιά και η δυτική πύλη κατασκευάστηκαν το 1917. Το καθολικό χρονολογείται στον 17ο–18ο αιώνα και αποτελεί θολοσκέπαστη βασιλική με τρούλο. Είναι πετρόκτιστο, με κεραμοσκεπή στέγη, ενώ στη δυτική του πλευρά προστέθηκε μεταγενέστερο πετρόκτιστο στέγαστρο με ξύλινη στέγη και κεραμίδια. Η μονή συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στις 15 Φεβρουαρίου 1854 υπογράφηκε εδώ η επαναστατική προκήρυξη των εξεγερμένων προς τους κατοίκους του Δομοκού, στο πλαίσιο του επαναστατικού κινήματος που στόχευε στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου από την οθωμανική κυριαρχία και την ένωσή τους με το ελληνικό κράτος. Την προκήρυξη υπέγραψαν ο ηγούμενος της μονής Γρηγόριος και οι πρόκριτοι των χωριών Αβαρίτσας (σημερινής Μελιταίας) και Νεοχωρίου. Το εσωτερικό του ναού παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Στο χαμηλότερο επίπεδο δημιουργείται η εντύπωση σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με δύο κίονες, οι οποίοι αποτελούνται από αρχαιότερα μαρμάρινα μέλη σε δεύτερη χρήση. Οι κίονες εδράζονται σε μαρμάρινες βάσεις και φέρουν απλά ορθογώνια κιονόκρανα, επάνω στα οποία στηρίζονται τα τόξα του οικοδομήματος. Η ανωδομή του ναού διαφοροποιείται από την αρχική αυτή εντύπωση, καθώς οι επιμέρους χώροι καλύπτονται με χαμηλωμένους ημισφαιρικούς θόλους (ασπίδες) αντί για διασταυρούμενες καμάρες. Για τον λόγο αυτό ο ναός χαρακτηρίζεται από τους μελετητές ως απλοποιημένη βασιλική με τρούλο. Ξεχωρίζουν επίσης οι ξύλινοι ελκυστήρες που συνδέουν τα τόξα με τους κίονες, συμβάλλοντας στη στατική επάρκεια του κτηρίου. Ο κεντρικός χώρος στεγάζεται με τρούλο, ο οποίος εσωτερικά είναι κυλινδρικός και εξωτερικά οκταγωνικός, με οκτώ παράθυρα που φωτίζουν το εσωτερικό. Στον τρούλο διατηρούνται τμήματα της τοιχογράφησης του 17ου–18ου αιώνα, ενώ στα σφαιρικά τρίγωνα απεικονίζονται οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Το Ιερό Βήμα στεγάζεται με καμάρα και διαχωρίζεται από την Πρόθεση και το Διακονικό με τοίχους που φέρουν μικρά τοξωτά ανοίγματα. Στην κόγχη του Ιερού διακρίνονται ίχνη τοιχογραφιών με συλλειτουργούντες Ιεράρχες, οι οποίοι απεικονίζονται κρατώντας ειλητάρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Αγία Τράπεζα, η οποία αποτελείται από ανάγλυφη μαρμάρινη πλάκα που στηρίζεται σε τετράγωνο μαρμάρινο ογκόλιθο. Ο ογκόλιθος αποτελεί τμήμα αρχαίου πεσσού και φέρει επιγραφή του 3ου αιώνα π.Χ., με κείμενο συνθήκης μεταξύ των αρχαίων Μελιταίων και Πηρέων, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα επανάχρησης αρχαίου οικοδομικού υλικού. Στην κόγχη της Πρόθεσης διατηρείται μία από τις σημαντικότερες τοιχογραφίες του ναού, η παράσταση της Άκρας Ταπείνωσης. Ο Χριστός εικονίζεται όρθιος μέσα σε σαρκοφάγο, με κλειστά μάτια και σταυρωμένα χέρια, ενώ πίσω του διακρίνεται ο Σταυρός. Πλαισιώνεται από τη Θεοτόκο και τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο σε στάση δέησης. Η παράσταση συνδέεται άμεσα με τη λειτουργική σημασία της Πρόθεσης, όπου προετοιμάζονται τα Τίμια Δώρα για τη Θεία Ευχαριστία, υπογραμμίζοντας τον συμβολισμό της σταυρικής θυσίας του Χριστού.
Ι. Ν. Αγίας Σοφίας Υπάτης
Ο ναός της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στο ανατολικό ύψωμα στην είσοδο της Υπάτης. Είναι μια μικρή μονόκλιτη εκκλησία με νάρθηκα και ξύλινη στέγη που καλύπτεται με κεραμίδια. Μετά το ολοκαύτωμα της Υπάτης, στις 17 Ιουνίου 1944, η Αγία Σοφία χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα ως ενοριακός ναός, αντί του Αγίου Νικολάου που είχε καεί από τα γερμανικά στρατεύματα. Μεταξύ 1978 και 1995 ανακαινίστηκε συστηματικά και πήρε τη σημερινή του μορφή. Στη θέση που βρίσκεται η σημερινή εκκλησία υπήρχαν διαχρονικά παλαιότεροι ναοί και εκκλησίες: αρχαίος ναός, παλαιοχριστιανική βασιλική, βυζαντινή εκκλησία – και κατά μία άποψη καθολικός ναός της αρχιεπισκοπικής μητρόπολης των Φράγκων και των Καταλανών – και μεταβυζαντινή ορθόδοξη εκκλησία. Πολλά αρχιτεκτονικά μέλη από τα παλαιότερα κτίσματα βρίσκονται ακόμα στον προαύλιο χώρο, ενώ στο οικόπεδο που βρίσκεται νότια της εκκλησίας έχουν βρεθεί λείψανα από παλαιοχριστιανικό βαπτιστήριο του 5ου αιώνα. Αρχιτεκτονικά και γλυπτά μέλη από αρχαία και μεσαιωνικά κτίσματα έχουν χρησιμοποιηθεί στην τοιχοποιία της Αγίας Σοφίας. Στον δυτικό τοίχο υπάρχουν εντοιχισμένα δύο ιωνικά κιονόκρανα και μία αρχαία βάση όπου διακρίνονται ίχνη επιγραφής. Στην κόγχη πάνω από την είσοδο έχει τοποθετηθεί μια ανάγλυφη πλάκα, πιθανότατα υστεροβυζαντινή, με εστεμμένο δικέφαλο αετό κάτω από σταυρό και ανάμεσα σε φυτικό διάκοσμο. Κάτω από το γείσο είναι εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτη επιγραφή, πλαισιωμένη από δύο ανάγλυφες πλάκες με ζωόμορφες παραστάσεις. Αυτές οι πλάκες ίσως προέρχονταν από τον γλυπτό διάκοσμο του Αγίου Νικολάου Υπάτης. Στην επιγραφή που είναι εντοιχισμένη πάνω από την είσοδο αναφέρεται η χρονολογία αχμγ΄ (ή αχμς΄), δηλαδή 1643 (ή 1646). Τότε έγινε εκτεταμένη ανακαίνιση που περιλάμβανε στέγη, οροφή και τέμπλο, με δαπάνη του Ιωάννου, ιερέως και σακελλαρίου. Ι[ησούς] Χ[ριστός] Ο Θ[εός] ΗΜΩΝ. ΕΠΙ ΕΤΟΥΣ αχμς [1646].+ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Η ΑΝΑΚΟΜΙΣΗ ΑΠΑΝΟΥ ΤΕΛΙΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΨ ΤΟΥΤΩ ΚΑΙ ΤΑΒΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΠΛΟΣ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΝ ΚΑΜΟΥ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΞΙΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ Θ[εού] ΙΕΙΩΑΝΝΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΚΕ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥΟ ναός χωρίζεται εσωτερικά με πέτρινο τοίχο σε κυρίως ναό και νάρθηκα. Το δάπεδο του νάρθηκα είναι υπερυψωμένο σε σχέση με τον κυρίως ναό. Ο νάρθηκας είναι προσθήκη της πιο πρόσφατης ανακαίνισης, του 20ού αιώνα. Χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τοίχο, στον οποίο ανοίγονται τρεις ορθογώνιες θύρες. Το εσωτερικό του ναού είναι λιτό και χωρίς οροφή. Διακρίνεται απευθείας η πρόσφατα ανακατασκευασμένη στέγη. Οι τοίχοι είναι επιχρισμένοι, χωρίς τοιχογραφίες. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο κατασκευάστηκε περίπου το 1995. Σε αυτό έχουν ενσωματωθεί οι τρεις δεσποτικές εικόνες, του Χριστού, της Βρεφοκρατούσας και του Ιωάννη Προδρόμου. Στον νότιο τοίχο, στα δεξιά του τέμπλου, υπάρχει μια δίζωνη φορητή εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας, που χρονολογείται στον 19ο αιώνα. Αντίστοιχα, στον βόρειο τοίχο, υπάρχει άλλη μια φορητή εικόνα του 19ου αιώνα, των Αγίων Σοφίας, Πίστης και Ελπίδας. Στον βόρειο τοίχο βλέπουμε μια μεγάλη φορητή εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας. Είναι έργο του 1983, του π. Καραγιάννη, ο οποίος υπογράφει και τις δεσποτικές εικόνες που είναι ενσωματωμένες στο τέμπλο. Η παράδοση για την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Προυσιώτισσας, που μεταφέρθηκε από την Προύσα της Μικράς Ασίας τον 9ο αιώνα, για να σωθεί από τους εικονομάχους, έχει ξεχωριστή σημασία για όλη τη Ρούμελη. Στην Αγία Σοφία υπάρχει και παλαιότερη εικόνα της Προυσιώτισσας, στον τοίχο δεξιά του τέμπλου, έργο του ζωγράφου Αναγνώστη από τα Γρεβενά, το 1861. Στο Ιερό Βήμα, η κόγχη καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο τον ανατολικό τοίχο. Η Αγία Τράπεζα αποτελείται από αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη. Στον βόρειο τοίχο ανοίγεται μικρό τυφλό τοξωτό άνοιγμα και στον ανατολικό τοίχο ανοίγεται μικρή κόγχη για την Πρόθεση, στην οποία οδηγεί απευθείας η βόρεια θυρίδα του τέμπλου.
Ι. Ν. Αγίου Αθανασίου Ελάτειας
Ο Άγιος Αθανάσιος είναι ένα μικρό εκκλησάκι που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο της Ελάτειας. Πρόκειται για έναν μακρόστενο ναό με τρίπλευρη αψίδα ιερού και στέγη καλυμμένη με κεραμίδια. Είναι κατασκευασμένος τον 18ο αιώνα, αλλά έχει και παλαιότερες βυζαντινές φάσεις, ίσως του 13ου-14ου αιώνα, που διακρίνονται στα κατώτερα τμήματα των τοίχων και στην ανατολική πλευρά με την αψίδα του ιερού. Στα οθωμανικά χρόνια, στην ανατολική άκρη της αρχαίας Ελάτειας βρισκόταν το χωριό των Λεύτων, και το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου πιστεύεται ότι εξυπηρετούσε ως ναός του κοιμητηρίου του χωριού. Για την κατασκευή των τοίχων έχουν χρησιμοποιηθεί μεγάλοι λίθοι σε δεύ-τερη χρήση, που προέρ-χονται από τον αρχαιολογικό χώρο. Άλλωστε, στα τέλη του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στην αρχαία Ελάτεια από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, βρέθηκαν λίγα μέτρα βορειότερα του Αγίου Αθανασίου τα ίχνη από την τρίκλιτη βασιλική της Μεγάλης Παναγιάς, η οποία είχε οικοδομηθεί στα ερείπια αρχαίου ναού και θεωρήθηκε κτίσμα των πρώτων χρόνων της Φραγκοκρατίας στην περιοχή (αρχές 13ου αιώνα). Στο μεγάλο μαρμάρινο πρέκι (υπέρθυρο) πάνω από την πόρτα, είναι χαραγμένος ένας μεγάλος λατινικός σταυρός, δηλαδή σταυρός που το κατακόρυφο σκέλος του είναι μακρύτερο από το οριζόντιο. Όταν ο λίθος ενσωματώθηκε στον ναό του Αγίου Αθανασίου ως υπέρθυρο, χαράχτηκε και η επιγραφή ΕΤΗ 1759, ενδεικτική για την χρονολογία κατασκευής του νάρθηκα. Αν και εξωτερικά ο ναός φαίνεται σαν ένα ενιαίο κτίσμα, στο εσωτερικό είναι φανερό ότι αποτελείται από δύο δομικά ανεξάρτητους χώρους, που χωρίζονται από έναν παχύ ενδιάμεσο τοίχο. Ο νάρθηκας είναι εξ ολοκλήρου κτίσμα του 18ου αιώνα, έχει μεγαλύτερη έκταση από τον κυρίως ναό και το δάπεδό του είναι υπερυψωμένο σε σχέση με αυτόν. Καλύπτεται με ξύλινη στέγη και οι τοίχοι του είναι καλυμμένοι με ασβεστοκονίαμα, με το οποίο σβήστηκαν τα ίχνη των τοιχογραφιών που ίσως υπήρχαν, εκτός από τον τοίχο της εισόδου προς τον κυρίως ναό.Πάνω από την είσοδο σώζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση: ο Αναπεσών. Στην παράσταση εικονίζεται ο Χριστός εικονίζεται νεαρός, να κοιμάται με ανοιχτά τα μάτια και με το κεφάλι στηριγμένο στο δεξί χέρι. Ο Αναπεσών συμβολίζει την εκπλήρωση της μεσσιανικής προφητείας που αναφέρεται στη Γένεση, σύμφωνα με την οποία ο Πατριάρχης Ιακώβ προφητεύει την έλευση, το Πάθος και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Είναι μια παράσταση που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην παλαιολόγεια ζωγραφική, στα τέλη του 13ου αιώνα, σε ναούς των μονών του Αγίου Όρους, η οποία επιβίωσε στη μεταβυζαντινή ζωγραφική σε διάφορες παραλλαγές.Ο κυρίως ναός είναι καλυμμένος με κτιστή καμάρα, η οποία υποστηρίζεται από ένα ενισχυτικό τόξο (σφενδόνιο). Είναι κατάγραφος με αξιόλογες τοιχογραφίες, που χρονολογούνται στον 18ο αιώνα. Το εικονογραφικό πρόγραμμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και η προσαρμογή του στους χώρους του μικρού ναού διαπνέεται από πνευματικότητα και θεολογική εμβρίθεια. Ο Παντοκράτορας, που κοσμεί συνήθως το εσωτερικό των τρούλων στους βυζαντινούς ναούς, εικονίζεται εδώ σε μετάλλιο στο ανώτερο τμήμα του εσωρραχίου της καμάρας. Περιβάλλεται από τα τέσσερα σύμβολα των Ευαγγελιστών, εμπνευσμένα από τα οράματα του Ιεζεκιήλ και της Αποκάλυψης: τον άγγελο (Ματθαίος), το φτερωτό βόδι (Λουκάς), το λιοντάρι (Μάρκος) και τον αετό (Ιωάννης). Αποτελούν βασικά στοιχεία της χριστιανικής εικονογραφίας, καθώς αντιπροσωπεύουν θεολογικές πτυχές της ζωής του Χριστού, δηλαδή την ενανθρώπηση, τη θυσία, τη βασιλεία και τη θεία σοφία αντίστοιχα.Καθώς το εσωρράχιο της καμάρας δημιουργεί μια επιμήκη ζώνη, το μετάλλιο του Παντοκράτορα πλαισιώνεται από τρία ακόμα μετάλλια: από δυτικά προς τα ανατολικά, στο πρώτο μετάλλιο εικονίζεται ο «πάγκαλος» Ιωσήφ, ο γιος του Ιακώβ, που με τη ζωή του προοικονομεί τον Χριστό. Ακολουθεί ο Παντοκράτορας και στη συνέχεια, μετά το σφενδόνιο, ο Χριστός ως Άγγελος της Μεγάλης Βουλής και ακόμα ανατολικότερα ο Παλαιός των Ημερών. Στο εσωρράχιο του σφενδονίου εικονίζεται το Άγιο Πνεύμα ως περιστέρι με φωτοστέφανο, ανάμεσα στους Προφήτες Αββακούμ, Δαβίδ, Ιερεμία και Ηλία.Η παρουσία των Προφητών γύρω από το Άγιο Πνεύμα σχετίζεται άμεσα και με το μετάλλιο με τον Χριστό ως «Μεγάλης Βουλής Άγγελο». Πρόκειται για μια παράσταση του Χριστού ως άσαρκου Λόγου, δηλαδή ως του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Ειδικότερα, ο Χριστός, κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή πριν από την Ενσάρκωση, εμφανιζόταν στους Προφήτες ως ο άγγελος της απόφασης (δηλαδή της «Μεγάλης Βουλής») του Θεού να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες. Η παράσταση είναι γνωστή από αγιορείτικα μνημεία.Στο τελευταίο μετάλλιο της καμάρας της οροφής, που βρίσκεται πάνω από το Ιερό Βήμα, εικονίζεται ο Παλαιός των Ημερών, όπως είναι το όνομα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι μια εικόνα που δίνει έμφαση στην αιωνιότητα του Δημιουργού. Ο συνδυασμός των χριστολογικών απεικονίσεων στα τέσσερα μετάλλια της οροφής με τις μορφές του Αγίου Πνεύματος και των Προφητών εξαίρει το Μυστήριο της Αγίας Τριάδας στην καμάρα του Αγίου Αθανασίου.Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με κτιστό τέμπλο, το οποίο επιζωγραφίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με εικόνες που έχουν καλύψει τις παλαιότερες τοιχογραφίες. Δεξιά κι αριστερά της Ωραίας Πύλης, όπως ονομάζεται η κεντρική είσοδος προς το Ιερό Βήμα, εικονίζονται ο Χριστός και η Θεοτόκος, αντίστοιχα. Στα δεξιά του Χριστού εικονίζεται ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Στην αριστερή άκρη του τέμπλου υπάρχει η εικόνα του αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός. Ο Άγιος Αθανάσιος, ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον 4ο αιώνα, υπήρξε καθοριστική μορφή για την υπεράσπιση του ορθόδοξου δόγματος απέναντι στην αίρεση του αρειανισμού, που θεωρούσε τον Χριστό δημιούργημα του Θεού-Πατέρα, και όχι ομοούσιο και αιώνιο.Στο Ιερό Βήμα διασώζεται ο πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος του 18ου αιώνα, που περιλαμβάνει την Παναγία «Πλατυτέρα των Ουρανών» στην κόγχη της αψίδας, πλαισιωμένη από την σκηνή του Ευαγγελισμού και το Ιερό Μανδήλιο στο μέτωπο της αψίδας. Το Ιερό Μανδήλιο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ένα κομμάτι υφάσματος πάνω στο οποίο είχαν αποτυπωθεί θαυματουργικά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Χριστού και απεικονιζόταν στους βυζαντινούς ναούς είτε πάνω από την είσοδο, είτε στο τόξο πάνω από την Αγία Τράπεζα, όπως εδώ. Στους τοίχους της αψίδας εικονίζονται τα παραδοσιακά βυζαντινά εικονογραφικά θέματα που σχετίζονται με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (συλλειτουργούντες ιεράρχες, Κοινωνία των Αποστόλων). Επιπλέον, στους τοίχους του Βήματος ιστορείται η Θεία Λειτουργία, με τον Χριστό ως Αρχιερέα. Στον τοξωτό δυτικό τοίχο του ναού, κάτω από την καμάρα, δεσπόζει μια μεγάλη και πολυπρόσωπη παράσταση της Σταύρωσης. Η σκηνή της Σταύρωσης τοποθετείται μπροστά από τα τείχη των Ιεροσολύμων. Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι ο αμετανόητος ληστής, στα αριστερά του Χριστού, εικονίζεται με δαιμονική μορφή. Πρόκειται για λεπτομέρεια που προέρχεται από το απόκρυφο «ευαγγέλιο του Νικοδήμου».Πάνω από την Σταύρωση και πάνω από την είσοδο υπάρχει επιγραφή που αναφέρει την αφιέρωση του ναού στον Άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας και τα έργα της αγιογράφησης, που έγιναν με έξοδα της κοινότητας. Αναφέρεται επίσης το όνομα του Νικηφόρου, επισκόπου Ταλαντίου και Δαυλείας. Αν και η ημερομηνία δεν σώζεται, πιθανότητα θα ήταν πολύ κοντινή στη χρονολογία 1759, που καταγράφει η εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο του ναού. ΗΣΤΟΡΙΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΕ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΑΥΤΗΣ ΧΟΡΑΣ. ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΔΑΥΛΕΙΑΣ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ μετα των … και των ιερέων επητροπεύοντος …Η είσοδος του ναού και η επιγραφή πλαισιώνονται από τις επιβλητικές παραστάσεις των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Ι. Ν. Αγίου Νικολάου στη θέση «Μπουκουρίτσα» Λάρυμνας
Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται κοντά στη Λάρυμνα Φθιώτιδας. Έχει αναστηλωθεί το 2007. Πιθανολογείται ότι ήταν καθολικό μονής, τα υπόλοιπα κτήρια της οποίας δεν σώζονται. Είναι ένας τρίκογχος ναός με τριμερές ιερό και τρούλο. Με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του, έχει χρονολογηθεί στον 12ο αι. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι η τοιχοδομία του, που συνδυάζει μικρούς ημιλαξευμένους λίθους και πλίνθους (τούβλα), καθώς και ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος στον τρούλο, στα παράθυρα και στην αψίδα του Βήματος. Το ιερό είναι τριμερές, με τρίπλευρη κεντρική αψίδα που πλαισιώνεται από δύο μικρότερες, ημικυλινδρικές. Η κεντρική αψίδα κοσμείται από οδοντωτές ταινίες που την περιτρέχουν στο ύψος της βάσης του παραθύρου και του γείσου της στέγης. Το παράθυρο είναι μεγάλο, τρίλοβο και διαμορφώνεται με επάλληλα πλίνθινα τόξα και παραστάδες, ενώ το περίγραμμά του τονίζεται επιπλέον με οδοντωτή πλίνθινη ταινία. Ο τρούλος της εκκλησίας είχε καταρρεύσει στους καταστροφικούς σεισμούς της Αταλάντης το 1894. Διασώθηκε, όμως, ένα μικρό τμήμα του και με βάση αυτό ανακατασκευάστηκε. Είναι οκτάπλευρος, με ακμές και γείσο από πωρόλιθο. Η καθεμιά από τις οκτώ όψεις κοσμείται με παράλληλες οδοντωτές ταινίες και ζώνες με κατακόρυφα τοποθετημένες πλίνθους (τούβλα). Σε κάθε όψη ανοίγεται παράθυρο, που περιγράφεται με πλίνθινα τόξα και παραστάδες, ενώ τα τόξα τονίζονται επιπλέον με οδοντωτές ταινίες. Η είσοδος του ναού βρίσκεται στη δυτική πλευρά. Ο νάρθηκας δε σώζεται, αλλά παραμένουν τμήματα των πλευρικών του τοίχων. Ο ναός παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, ιδίως σε σχέση με την κάτοψη, κάτι που επηρεάζει και την εντύπωση που δημιουργεί ο κεντρικός εσωτερικός χώρος. Οι ιδιαιτερότητές του το καθιστούν ένα μοναδικό βυζαντινό μνημείο. Στο εσωτερικό του ναού διασώζονται σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου σε τμήματα του Ιερού Βήματος και της Πρόθεσης, καθώς και στους τοίχους της βόρειας κόγχης. Ο άγιος, του οποίου δεν διακρίνεται το όνομα, εικονίζεται όρθιος και μετωπικός, με πολυτελή ενδύματα. Η παράσταση πλαισιώνεται με κόκκινο πλαίσιο. Στην πάνω πλευρά του πλαισίου διακρίνεται σπάραγμα επιγραφής με το όνομα «ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ [ΤΟΥ] ΘΕΟΥ ΝΙΚΗΦΩΡΟΥ». Στη βόρεια κόγχη σώζεται αποσπασματικά η παράσταση του Θεόδωρου Καθαρινού, στρατιωτικού άγνωστου από άλλες πηγές, με τους Αγίους Θεόδωρο και Γεώργιο. Πάνω από τις τρεις μορφές προβάλλει ο Χριστός ευλογών σε μετάλλιο. Η παράσταση συνοδεύεται από αφιερωματική επιγραφή, από την οποία μαθαίνουμε για την ταυτότητα του δωρητή της τοιχογραφίας:…Ω [μεγα]ΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ Χ[ριστο]Υ / ΣΤΡΑΤΙΟΤΕ ΘΕΟΔΩΡΟΙ ΓΕΩΡ/ΓΙΕ ΒΟΗΘΗΤΕ ΜΗ ΤΟΝ ΣΩΝ / ΙΚΕΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΝ ΚΑΘΑΡΙΝΩ ΤΟ / ΓΕΓΡΑΦΟΤΗ ΠΟΘΩ ΠΟΛΩ Ω/ΠΟΣ ΕΥΡΟΝ ΣΑΣ ΠΡΟΣΤΑΤΑΣ Ε/ΝΙΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΡΙΟΜΕ/ΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΟΝ ΜΟΥ / ΟΦΛΗΜΑΤΩΝ.Στην ανώτερη ζώνη του βόρειου τοίχου της Πρόθεσης σώζεται αποσπασματικά παράσταση έφιππου στρατιωτικού αγίου, λογχοφόρου, πιθανότατα του Αγίου Γεωργίου. Στον τοίχο της αψίδας του Ιερού διακρίνεται η κεντρική παράσταση του Χριστού ευλογούντος, σε προτομή μέσα σε παραλληλόγραμμο κόκκινο πλαίσιο. Στην αριστερή πλευρά διακρίνονται τα ίχνη παράστασης όρθιων μορφών, ίσως συλλειτουργούντων ιεραρχών.
Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Ζελίου στη θέση Κάρκαρη
Το μοναστηριακό συγκρότημα του Προφήτη Ηλία, με τον επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο, βρίσκεται στα ΒΔ του χωριού Ζέλι της Λοκρίδας και είναι κτισμένο σε λόφο, σε μια προεξοχή ύψους 200 περίπου μέτρων. Η ίδρυση της μονής ανάγεται στην Φραγκοκρατία, αλλά γνώρισε εκτεταμένες επεμβάσεις στην Οθωμανική περίοδο.Ο ναός είναι το καθολικό της μονής και κατασκευάστηκε τον 18ο αιώνα. Η εκκλησία είναι μια μικρή μονόχωρη, καμαροσκέπαστη βασιλική, με στέγη καλυμμένη από κεραμίδια. Η τοιχοδομία αποτελείται από ακανόνιστες πέτρεςκαι μόνο στα ανοίγματα των θυρών και παραθύρων από καλοπελεκημένους λίθους. Είναι πιθανόν ο ναός να αντιμετώπισε προβλήματα στατικής επάρκειας, στα οποία να οφείλεται η κατασκευή των τριών μεγάλων πέτρινων αντηρίδων στη νότια πλευρά. Η καμάρα που καλύπτει τον ναό στηρίζεται σε τόξα από καλοπελεκημένους θολίτες λίθους που εφάπτονται στους πλευρικούς τοίχους. Θεωρείται πιθανό ότι ο ναός ήταν αρχικά τρίκλιτη βασιλική, με κτιστές τοξοστοιχίες ανάμεσα στα κλίτη. Οι οξυκόρυφες απολήξεις των τόξων θεωρούνται δυτική επιρροή. Ο ναός είχε πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο που χρονολογείται στον 18ο αι. Σήμερα σώζονται αποσπασματικά οι τοιχογραφίες στο ανώτερο τμήμα των τοίχων και στην καμάρα της οροφής. Το κεντρικό τμήμα της οροφής πάνω στον άξονα συμμετρίας Ανατολής- Δύσης κυριαρχείται από μετάλλιο όπου θα πρέπει να υπήρχε εικόνα του Παντοκράτορα. Το μετάλλιο περιβάλλεται από μια ομόκεντρη, κυκλική ζώνη που κοσμείται από μετάλλια με παραστάσεις αγγέλων. Η σύνθεση των ομόκεντρων κύκλων εγγράφεται σε παραλληλόγραμμο διάχωρο, με ζωγραφικό διάκοσμο σε δύο ζώνες: στις τέσσερις γωνίες γύρω από το κεντρικό κυκλικό σχήμα εικονίζονται οι τέσσερις Ευαγγελιστές με τα σύμβολά τους, ενώ στην κατώτερη ζώνη εικονίζονται Προφήτες. Αυτό το εικονογραφικό πρόγραμμα θα μπορούσε να κοσμεί έναν τρούλο, που στις εκκλησίες συμβολίζει τον ουράνιο θόλο. Η σύνθεση όπως την βλέπουμε στον Προφήτη Ηλία προσαρμόζει το εικονογραφικό πρόγραμμα με τους θεολογικούς του συμβολισμούς στον χώρο της καμάρας. Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με κτιστό τέμπλο με δύο τοξωτά ανοίγματα: την Ωραία Πύλη και την βόρεια θυρίδα προς την Πρόθεση. Οι τοιχογραφίες είναι σύγχρονες με εκείνες του υπόλοιπου ναού. Αριστερά και δεξιά της Ωραίας Πύλης εικονίζονται ένθρονοι η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα και ο Χριστός Παντοκράτορας αντίστοιχα. Στη ζώνη στο ανώτερο τμήμα του κτιστού τέμπλου εικονίζονται σε προτομή οι Απόστολοι, που πλαισιώνουν την κεντρική σύνθεση της Δέησης, με τον Χριστό στο κέντρο, την Παναγία στα αριστερά και τον Πρόδρομο στα δεξιά. Οι παραστάσεις του τέμπλου συμπληρώνονται από τις μορφές του Προδρόμου και του Προφήτη Ηλία στα εσωρράχια των τόξων στον νότιο και στον βόρειο τοίχο αντίστοιχα.
Ι. Ν. Παναγίας Δέσποινας
Η εκκλησία της Παναγίας Δέσποινας είναι από το 1833 ένας από τους ενοριακούς ναούς της Λαμίας, χτισμένος κοντά στο κάστρο. Είναι μια τρίκλιτη βασιλική του 18ου αι., η οποία έχει χτιστεί στη θέση παλαιότερης εκκλησίας. Οι εξωτερικοί τοίχοι του ναού είναι καλυμμένοι με νεότερα επιχρίσματα και η στέγη καλύπτεται με κεραμίδια. Στη βόρεια και στη νότια πλευρά της εκκλησίας υψώνονται δίδυμα καμπαναριά, τα οποία μέχρι το 1937 βρίσκονταν στην ΒΔ και ΝΔ γωνία της Δυτικής πλευράς του ναού. Τη χρονιά αυτή με σχέδια του αρχιτέκτονα Αθανασίου Δεμίρη προστέθηκε η σημερινή είσοδος του ναού και ο γυναικωνίτης. Σύμφωνα με την παράδοση, ο παλαιότερος ναός που στεκόταν στη θέση της Παναγίας Δέσποινας ήταν αφιερωμένος στους αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Επιπλέον, στο νότιο άκρο του Ιερού Βήματος υπάρχει παρεκκλήσιο αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή. Το ιστορικό της διπλής αφιέρωσης αποτυπώνεται στον διάκοσμο της κόγχης πάνω από την είσοδο του ναού, όπου εικονίζονται οι απόστολοι Πέτρος και ο Παύλος κρατώντας ομοίωμα του ναού κάτω από παράσταση της Παναγίας ως Ζωοδόχου Πηγής. Το ψηφιδωτό με τα παραδεισιακά παγώνια που επιστέφει την είσοδο είναι πρόσφατο έργο, του 1993, του καλλιτέχνη Θεόδωρου Μώρη, που έχει δουλέψει σε πολλούς ναούς της Φθιώτιδας. Η είσοδος του ναού βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο. Μπαίνοντας και προχωρώντας προς το εσωτερικό του ναού, ο επισκέπτης βλέπει το περίτεχνο ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, με λεπτομέρειες από ένθετο ελεφαντόδοντο. Την ίδια τεχνοτροπία βλέπουμε και σε άλλα σημεία του ξυλόγλυπτου διακόσμου του ναού, όπως ο Δεσποτικός θρόνος. Η αργυρεπένδυτη εικόνα στο προσκυνητάρι είναι δίζωνη, όπως και η εικόνα πάνω από την είσοδο. Στην κάτω ζώνη εικονίζονται οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος και στην πάνω η Παναγία Ζωοδόχος Πηγή. Τα τρία κλίτη της εκκλησίας χωρίζονται μεταξύ τους από δύο τοξοστοιχίες, που στηρίζονται σε κτιστούς κίονες. Οι κίονες είναι καλυμμένοι με επίχρισμα και έχουν διακοσμητικούς αύλακες, σε απομίμηση μαρμάρινων κιόνων. Το κεντρικό κλίτος του ναού στεγάζεται με καμάρα, ενώ τα πλάγια κλίτη με επίπεδες στέγες. Στη δυτική πλευρά του ναού υπάρχει το υπερώο του γυναικωνίτη, προσβάσιμο μέσω σκάλας στη βόρεια πλευρά του ναού. Ο γυναικωνίτης δημιουργήθηκε το 1937 όταν έγινε η προέκταση του ναού προς τα δυτικά. Το περίτεχνο τέμπλο της Παναγίας Δέσποινας είναι ένα από τα παλαιότερα ξυλόγλυπτα μεταβυζαντινά τέμπλα που σώζονται στην Φθιώτιδα. Το τέμπλο είναι επιχρυσωμένο και καλύπτεται από ξυλόγλυπτο διάκοσμο υψηλής ποιότητας, όπου κυριαρχούν οι περιελισσόμενοι και συμπλεκόμενοι βλαστοί και ο άνθινος διάκοσμος. Ανάμεσα σε αυτά τα φυτικά μοτίβα, εικονίζονται πτηνά και ζώα με συμβολικό βάρος στη χριστιανική εικονογραφία (όπως περιστέρια, αμνοί κ.λπ.) αλλά και αγγελικές και ιερές μορφές. Η μεσαία ζώνη, όπου βρίσκονται τοποθετημένες οι δεσποτικές εικόνες, διαμορφώνεται με ξυλόγλυπτους κιονίσκους που στηρίζουν αψιδώματα με διάκοσμο από άνθη και πτηνά, εξαίροντας καθεμιά από τις εικόνες που κοσμούν το τέμπλο. Αριστερά και δεξιά της Ωραίας Πύλης είναι τοποθετημένες, ως είθισται, οι εικόνες της Παναγίας Βρεφοκρατούσας και του Χριστού ένθρονου να ευλογεί. Στα αριστερά της Βρεφοκρατούσας υπάρχει η εικόνα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ο Ιωάννης Θεολόγος που υπαγορεύει στον Άγιο Πρόχωρο, οι Άγιοι Ανάργυροι (με αφιερωματική επιγραφή: «Δαπάνη της Αφροδίτης Δ. Γουργιωτάκη, 1863, Μαρτίου 25»), ο Άγιος Νικόλαος (με αφιερωματική επιγραφή: «Δαπάνη Ηλία Τσαμτσή 1882») και, τέλος, οι Άγιοι Πάντες (με αφιερωματική επιγραφή: «Δαπάνη Ελένης Θεοδώρου Φωτοπούλου 1887»). Στα δεξιά του ένθρονου Χριστού βρίσκονται τοποθετημένες οι εικόνες του Ιωάννη Προδρόμου (με αφιερωματική επιγραφή: «Δώρον του Ιωάν. Μπακογιαννοπούλου, Λαμία τῇ 21 Αυγούστου 1891»), των Ταξιαρχών και της Αγίας Βαρβάρας, που σηματοδοτεί τη μετάβαση στο τέμπλο του παρεκκλησίου της Ζωοδόχου Πηγής. Το τμήμα του τέμπλου από την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας μέχρι τον νότιο τοίχο του ναού είναι το τέμπλο του παρεκκλησίου της Ζωοδόχου Πηγής, με την δική του Ωραία Πύλη με ξυλόγλυπτο βημόθυρο και βορινή πυλίδα. Αν και φαίνεται ενιαίο με το υπόλοιπο τέμπλο, παρουσιάζει κάποιες διαφοροποιήσεις. Αυτό φαίνεται κυρίως στα ξυλόγλυπτα αψιδώματα που επιστέφουν τις εικόνες στη ζώνη των δεσποτικών εικόνων: τα τόξα τους είναι πιο χαμηλά από εκείνα των αψιδωμάτων του υπόλοιπου τέμπλου. Εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης είναι τοποθετημένες οι εικόνες της Ζωοδόχου Πηγής (αριστερά) και του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέα. Στο δεξιό άκρο της ανώτερης ζώνης του τέμπλου, σε πλαίσιο όπως όλες οι εικόνες αυτής της ζώνης, βρίσκεται τοποθετημένη γραπτή κτητορική επιγραφή, στην οποία αναφέρεται η χρονολογία κατασκευής (1739) και το συνολικό κόστος των εργασιών του τέμπλου (900 γρόσια). Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι το τέμπλο του παρεκκλησίου της Ζωοδόχου Πηγής είναι παλαιότερο και η επιγραφή ίσως να αναφέρεται μόνο σε αυτό, ενώ το υπόλοιπο τέμπλο του ναού συμπληρώθηκε σε ελαφρώς μεταγενέστερο χρόνο. Ολόκληρο το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής:ΤΗΝΟΣ ΔΕ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΕΝ ΓΡΑΜΑΣΙ ΟΥ ΛΕΓΩ ΘΕΟΣ ΓΑΡ ΟΙΔΕΝ Ο ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΝΩΣΚΩΝ ΕΣΚΑΛΙΣΘΗ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΕΧΡΥΣΩΘΗ ΚΕ ΕΚΑΛΩΠΙΣΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΕΜΠΛΕΟΝ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΕΞΟΔΟΥ ΤΕ ΚΕ ΔΑΠΑΝΗ ΚΕ ΠΛΙΣΤΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΤΗΜΙΩΤΑΤΟΥ ΚΕ ΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΚΕ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΧΑΝΤΖΙΦΙΛΟΥ ΠΡΩΤΕΚΔΙΚΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΤΕ ΧΑΝΤΖΗΠΟΛΥΖΩΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΖΗΤΟΥΝΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΝΘΙΜΟΥ ΕΦΗΜΕΡΕΥΟΝΤΟΣ ΔΕ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΑΝΕΨΙΟΥ ΤΟΥ ΧΑΝΤΖΗΦΙΛΟΥ ΕΤΟΣ αψλθ 1739 ΝΟΕΒΡΗΟΥ 14 ΕΓΙΝΑΝ Η ΟΛΟΤΗΣ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΤΟΣΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΞΥΛΟΝ ΤΟΣΟΝ ΕΙΣ ΣΚΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΟΣΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΜΑΛΑΜΑ ΤΟΣΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΧΡΥΣΩΜΑ ΤΟΣΟΝ ΕΙΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΓΡΟΣΙΑ 900 ΗΓΟΥΝ ΕΝΙΑΚΟΣΙΑ
Ι. Ν. Αγίων Θεοδώρων Λιβανατών
Ο Ιερός Ναός των Αγίων Θεοδώρων βρίσκεται στην παραλία των Λιβανατών. Είναι μονόχωρος με ξύλινη στέγη και κεραμοσκεπή. Η στέγη συνεχίζεται με την ίδια κλίση και σχηματίζει ένα ξύλινο χαγιάτι στα νότια. Από τη μελέτη της τοιχοποιίας, φαίνεται ότι στην ίδια θέση υπήρχε ένας βυζαντινός ναός του 11ου-12ου αιώνα με τις ίδιες περίπου διαστάσεις.Ο ναός εμφανίζεται σε παλαιότερες φωτογραφίες επιχρισμένος εξωτερικά, αλλά σήμερα τα επιχρίσματα έχουν αφαιρεθεί και αποκαλύφθηκε η τοιχοποιία. Στο κατώτερο επίπεδο των τοίχων αλλά και κάτω από την αψίδα του ιερού, βλέπουμε τμήματα κατασκευασμένα με πελεκητούς λίθους που περιβάλλονται από λεπτά τούβλα. Αυτός ο τρόπος τοιχοποιίας μπορεί να χρονολογηθεί στον 11ο-12ο αιώνα. Γύρω από τον ναό υπάρχουν κατάλοιπα τοίχων που θεωρείται ότι ανήκαν σε διάφορα κτίσματα. Η επικρατέστερη ερμηνεία υποστηρίζει ότι ο ναός ανήκε σε ένα παλαιότερο μοναστηριακό συγκρότημα. Στον νότιο τοίχο έχουν ενσωματωθεί ογκώδεις λίθοι από αρχαία κτίσματα της περιοχής σε δεύτερη χρήση. Είναι τοποθετημένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν σταυρούς. Αυτό το διακοσμητικό στοιχείο απαντά από τον 12ο αιώνα και μετά, και μπορούμε να το δούμε και σε άλλα μνημεία της Φθιώτιδας με βυζαντινές φάσεις, όπως στον ναό του Αγίου Νικολάου εν Βουνένοις στον Έξαρχο Λοκρίδας, αλλά και σε μεταβυζαντινά μνημεία, όπως το καθολικό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μόδι.Ο ναός έχει δύο εισόδους, μια στον δυτικό και μια στον νότιο τοίχο. Εσωτερικά, ο ναός είναι μονόχωρος και καλύπτεται με ξύλινη στέγη. Όμως αν παρατηρήσει κανείς το ανώτερο τμήμα των τοίχων, διακρίνει τη βάση της καμάρας που πρέπει να ήταν η παλιότερη οροφή του ναού. Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με ελαφρύ ξυλόγλυπτο τέμπλο, όπου υπάρχουν δύο θύρες: η Ωραία Πύλη κι ένα μικρότερο άνοιγμα στα αριστερά προς τον χώρο της Πρόθεσης. Ο ναός κοσμείται με αγιογραφίες που χρονολογούνται στον 20ό αιώνα.Η έξοδος πραγματοποιείται από τη νότια θύρα και κίνηση της κάμερας προς τα ανατολικά και έπειτα προς τη βόρεια πλευρά του ναού. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει η είσοδος προς την κρύπτη που βρίσκεται κάτω από τον ναό. Η μορφή της θύρας με το πέτρινο τόξο και τα λεπτά τούβλα μαρτυρά ότι η κρύπτη ανήκει στην βυζαντινή περίοδο. Η κρύπτη είναι εν μέρει σκαμμένη στον βράχο κι εν μέρει κτιστή, με οροφή που σχηματίζει καμάρα. Στο μέτωπο της καμάρας της κρύπτης διακρίνονταν μέχρι πρόσφατα μερικά υπολείμματα τοιχογραφιών. Από το πηγάδι στο βάθος της κρύπτης αναβλύζει αγίασμα.
Ι. Ν. Αγίου Νικολάου στον Έξαρχο
Ο ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Έξαρχος, ανάμεσα στις αρχαίες πόλεις Υάμπολη και Άβες της επαρχίας Λοκρίδας. Είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο τον Νέο (ή τον εν Βουνένοις), βυζαντινό στρατιωτικό που σκοτώθηκε στις αρχές του 10ου αιώνα, ενδεχομένως κατά την αραβική επιδρομή στη Δημητριάδα το 901-902, και καθιερώθηκε ως μάρτυρας και τοπικός άγιος.Ο κυρίως ναός είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος. Το σχήμα του σταυρού στις στέγες είναι ιδιαίτερα τονισμένο, γιατί οι στέγες των γωνιακών διαμερισμάτων είναι αισθητά χαμηλότερες. Ο ναός έχει οκτάπλευρο τρούλο και τρίπλευρη αψίδα του ιερού στα ανατολικά. Ο νάρθηκας, όπως σώζεται σήμερα στη δυτική πλευρά, φαίνεται ότι προστέθηκε αργότερα, αντικαθιστώντας ίσως τον αρχικό νάρθηκα του ναού. Στην τοιχοδομία του ναού βλέπουμε έναν συνδυασμό αργολιθοδομής με επιμελημένη τοιχοποιία. Αργολιθοδομή είναι η οικοδόμηση με ακατέργαστες πέτρες και συνδετικό κονίαμα. Στο κατώτερο τμήμα των τοίχων, όμως, έχουν χρησιμοποιηθεί ογκόλιθοι και μεγάλες λαξευμένες πέτρες από αρχαία κτίσματα της περιοχής. Σε ορισμένα σημεία, όπως στον νότιο τοίχο κάτω από το παράθυρο, αλλά και στον βόρειο τοίχο, βλέπουμε ότι οι λίθοι είχαν τοποθετηθεί με τρόπο ώστε να σχηματίζουν σταυρούς, που μάλιστα τονίζονται ακόμα περισσότερο με την τοποθέτηση πλίνθων (τούβλων) για να τονιστούν τα περιγράμματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της τοιχοποιίας οδηγούν τους αρχαιολόγους να χρονολογήσουν τον ναό στα τέλη του 12ου ή στον 13ο αιώνα. Ο τρούλλος είναι οκτάπλευρος και, σε αντίθεση με τους τοίχους του ναού, είναι κατασκευασμένος εξ ολοκλήρου από λαξευτή τοιχοποιία. Στις γωνίες έχουν ενσωματωθεί κτιστοί ημικιονίσκοι. Κάτω από το γείσο της στέγης υπάρχει μια ζώνη με κεραμοπλαστικό διάκοσμο, δηλαδή διακοσμητικά μοτίβα που σχηματίζονται από κεραμικά στοιχεία. Τα παράθυρα είναι μονόλοβα και κλείνονται σήμερα με μαρμάρινα διαφράγματα, που ίσως αντικατέστησαν τα αντίστοιχα αρχικά. Η αψίδα του ιερού είναι τρίπλευρη. Το κατώτερο τμήμα της, μέχρι τη βάση του παραθύρου, είναι χτισμένο με αργολιθοδομή, όπως και ο υπόλοιπος ναός. Το ανώτερο τμήμα είναι κατασκευασμένο, όπως και ο τρούλος, με λαξευτή τοιχοποιία. Η μετάβαση από το ένα επίπεδο στο άλλο τονίζεται οπτικά με τον κοσμήτη που περιβάλλει τις τρεις πλευρές της. Παρόλο που το παράθυρο της αψίδας έχει φραχθεί, διακρίνεται ότι ήταν αρχικά δίλοβο, με δύο μικρά επάλληλα τόξα, και περιγραφόταν από ένα ευρύτερο τόξο. Κάτω από το γείσο της στέγης υπάρχει μια ταινία με κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Το σχήμα που έχουν τα κεραμικά κοσμήματα ονομάζεται «δισέψιλον» και συνηθιζόταν τον 13ο αιώνα. Ο σημερινός νάρθηκας, που διατηρείται σε πολύ κακή κατάσταση, είναι μεταγενέστερο κτίσμα σε σχέση με τον κυρίως ναό, αλλά αντικατέστησε τον αρχικό νάρθηκα, ίχνη του οποίου διακρίνονται σε ορισμένα σημεία στη νότια πλευρά και τη νοτιοδυτική γωνία. Όμως η διαμόρφωση της εισόδου στη νότια πλευρά, με το τοξωτό ανώφλι και το δίλοβο παράθυρο από πάνω, είναι μεταγενέστερες παρεμβάσεις. Η αρχική είσοδος στον νάρθηκα θα πρέπει να βρισκόταν στη δυτική πλευρά.Ο κυρίως ναός εσωτερικά πρέπει να ήταν κατάγραφος, αλλά λόγω της μακρόχρονης έκθεσης σε υγρασία, το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής τοιχογράφησης καταστράφηκε. Τα κατεστραμμένα τμήματα είναι καλυμμένα με ασβεστόχρωμα. Έτσι διακρίνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια η μορφή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού και στο εσωτερικό με τις τέσσερις καμάρες που σχηματίζουν τις κεραίες του σταυρού και στηρίζουν τον ψηλό τρούλο.Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με κτιστό τέμπλο, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί και μαρμάρινα κομμάτια από το αρχικό τέμπλο. Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στον 18ο αιώνα. Στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, της κύριας εισόδου στο Ιερό Βήμα, εικονίζονται ένθρονοι ο Χριστός στα δεξιά και η Θεοτόκος στον τύπο της Βρεφοκρατούσας στα αριστερά. Πλαισιώνονται από όρθιες και μετωπικές μορφές: ενός Αρχαγγέλλου στα αριστερά της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στα δεξιά του Χριστού. Ο Πρόδρομος εικονίζεται εδώ κι αυτός με φτερά αγγέλου, κάτι που δεν είναι σπάνιο στην ορθόδοξη αγιογραφία, καθώς τονίζει τον ρόλο του ως αγγελιοφόρου της έλευσης του Χριστού-Μεσσία. Στο ύψος του υπέρθυρου, σε μια ενιαία ζώνη, εικονίζεται η σύνθεση της Μεγάλης Δεήσεως με τον Χριστό σε προτομή ανάμεσα στην Παναγία και τον Πρόδρομο, που πλαισιώνονται από τους Αποστόλους. Οι παλαιότερες τοιχογραφίες του ναού χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αιώνα, αλλά δυστυχώς σώζονται ελάχιστα τμήματα αυτού του διακόσμου. Στον τρούλο διακρίνεται κάπως το μετάλλιο με τον Παντοκράτορα. Στην αμέσως κατώτερη ζώνη εικονίζονταν σε μετάλλια ιερές μορφές, από τις οποίες σήμερα διακρίνεται η προτομή της Θεοτόκου και τουλάχιστον ένας αρχάγγελος. Στον κυλινδρικό τοίχο του τυμπάνου του τρούλου εικονίζονταν δώδεκα Προφήτες. Σήμερα διακρίνονται ο Δανιήλ, ο Δαβίδ και ο Σολομώντας. Στο ύψος του παραθύρου διακρίνεται η μορφή του Γαβριήλ από τη σκηνή του Ευαγγελισμού. Στην κατώτερη ζώνη, διασώζονται μεταγενέστερες αγιογραφίες, από τον 18ο ή τον 19ο αιώνα, με μορφές που τοποθετούνται μέσα σε πλαίσιο. Στα αριστερά εικονίζονται δύο ιεράρχες, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος και πιθανόν ο Άγιος Νικόλαος. Στα δεξιά, μέσα σε διαφορετικό και πιο διακοσμητικό πλαίσιο, εικονίζεται έφιππος στρατιωτικός άγιος, που επιγράφεται «ο Νέος». Πρόκειται πιθανότατα για τον Άγιο Νικόλαο τον Νέο. Στο κάτω μέρος της παράστασης διακρίνεται αφιερωματική επιγραφή, αλλά δεν διασώζεται το όνομα του δωρητή.Στον βορινό τοίχο υπάρχει η απεικόνιση του Αγίου Νικολάου του Νέου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός. Εικονίζεται σαν βυζαντινός έφιππος στρατιωτικός άγιος, με νεανικά χαρακτηριστικά. Οι παλαιότερες εικόνες του Αγίου Νικολάου του Νέου προέρχονται από την παλαιολόγεια περίοδο και συνεχίζονται στα μεταβυζαντινά χρόνια σε μεγάλο μέρος του βαλκανικού χώρου. Εικονίζεται άλλοτε με νεανικά χαρακτηριστικά κι άλλοτε ως πιο ώριμος στρατιώτης με γένια. Η έφιππη απεικόνιση του αγίου είναι σπάνια. Ίσως ο έφιππος άγιος στον απέναντι τοίχο να αντιγράφει αυτή την απεικόνιση. Υπάρχει, επίσης, άλλη μια πολύ μεταγενέστερη αντιγραφή αυτής της σύνθεσης στον νότιο τοίχο του Ιερού Βήματος. Ανάμεσα στα πόδια του αλόγου διατηρούνται ίχνη της αφιερωματικής επιγραφής «Δέησις του δούλου Θεού Διμη…» [Δημητρίου;] Στην κόγχη και στους τοίχους της αψίδας του Βήματος σώζονται και πάλι παραστάσεις από τον παλαιότερο διάκοσμο του ναού, από τα τέλη του 13ου αιώνα. Στην κόγχη της αψίδας εικονιζόταν η Παναγία Βρεφοκρατούσα, πλαισιωμένη από αγγέλους. Στους τοίχους της αψίδας εικονίζονταν «συλλειτουργούντες ιεράρχες», ένα τυπικό εικονογραφικό θέμα στη βυζαντινή εικονογραφία. Στη βόρεια πλευρά της αψίδας του Ιερού Βήματος βρίσκεται η Πρόθεση, όπου προετοιμάζονται τα Τίμια Δώρα για την Θεία Ευχαριστία. Στην κόγχη της Πρόθεσης του Αγίου Νικολάου εικονίζεται το θέμα της «Άκρας Ταπείνωσης». Εικονίζεται δηλαδή ο Χριστός όρθιος μέχρι τη μέση, καθώς βρίσκεται μέσα σε σαρκοφάγο, με κλειστά μάτια και σταυρωμένα χέρια, ενώ πίσω του φαίνεται ο Σταυρός. Αυτή η συμβολική απεικόνιση της σταυρικής θυσίας, καθώς τοποθετούνταν στην Πρόθεση, αναδείκνυε τη σύνδεση ανάμεσα στη θυσία του Χριστού και τη Θεία Ευχαριστία. Κάτω από την παράσταση, μια επιγραφή με κατάλογο ονομάτων περιλαμβάνει τη χρονολογία 1755. Στον 18ο αιώνα χρονολογούνται αρκετές στερεωτικές επεμβάσεις στον ναό, οι οποίες πιθανώς συνοδεύτηκαν από εκτεταμένη αγιογράφηση.